Τέσσερις ώρες σαδισμού

«Ο φόβος δημιούργησε τους θεούς και η ελπίδα τους διατήρησε». Αυτή η φράση ανήκει στον Μαρκήσιο ντε Σαντ και είναι κρεμασμένη στον τοίχο της αίθουσας 5. Πιο δίπλα κρέμεται «Ο Γολγοθάς» («Le Calvaire») του Félicien Rops. Ένας εσταυρωμένος που θα έκανε και τον πιο ανοιχτόμυαλο άνθρωπο στις τάξεις της Εκκλησίας να αφορήσει τον καλλιτέχνη, αλλά και όσους τολμούν να στρέψουν τα μάτια τους σε αυτόν. Και να, είμαστε τώρα εδώ μπροστά του μια ντουζίνα νοματαίοι που δεν μπορούν να πάρουν το βλέμμα από πάνω του. Το ίδιο έχει συμβεί και σε κάθε έργο που εκτίθεται στο ισόγειο του Μουσείου Ορσέ. Δεν είναι παράλογο, λοιπόν, που οι επτά αίθουσες, οι οποίες συνθέτουν την έκθεση για τον Μαρκήσιο ντε Σαντ, κλέβουν 4 ώρες από τη ζωή σου και σε βάζουν σε ένα παιχνίδι που δεν συνειδητοποιείς ότι συμμετέχεις παρά μόνο όταν βγεις από το τελευταίο δωμάτιο.

Πριν από αυτό όμως, υπάρχει μια πορεία καλά σχεδιασμένη. Υπάρχει μια κλιμάκωση στο συναίσθημα, ξεκινώντας από την αίθουσα όπου προβάλλονται σύντομα αποσπάσματα από ταινίες. Η «Χρυσή εποχή» του Μπουνιουέλ, το «Σαλό ή 120 μέρες στα Σόδομα» του Παζολίνι, τα «Μάτια χωρίς πρόσωπο» του Φρανζί, μεταξύ άλλων, σου κλείνουν το μάτι πονηρά για το τι πρόκειται να ακολουθήσει. Ένας τοίχος αφιερωμένος στη ζωή του Μαρκήσιου αναφέρει τα πιο σημαντικά γεγονότα. Τα περισσότερα είναι εγκλεισμοί σε σωφρονιστικά ιδρύματα και άσυλα, αποδράσεις και φυσικά πολλά σκάνδαλα κι ακόμα περισσότερα έργα. Είναι το μόνο στοιχείο που υπάρχει με χρονολογική σειρά. Οι επιμελητές της έκθεσης δεν χαράζουν μια γραμμική πορεία στον χρόνο και την ιστορία, αλλά παίζουν ανά αίθουσα με τις έννοιες και τα συναισθήματα που προκαλεί το έργο του Μαρκήσιου. Αλλά πάνε και λίγο πριν την εποχή του. Το δωμάτιο με τίτλο «Ανθρώπινος, πάρα πολύ ανθρώπινος, απάνθρωπος» («Humain, trop humain, inhumain») δείχνει έργα με ιστορικό ή θρησκευτικό θέμα που αποδεικνύουν πως όσα αργότερα είπε ο Ντε Σαντ, υπήρχαν ήδη σε κωδικοποιημένη μορφή -ιδιαιτέρως η βία.

Από εκεί περνάς στο ανθρώπινο σώμα, στην απόλαυση, στην αντίληψη για τον κόσμο, στην ανυπαρξία του Θεού, στην υπερβολή της επιθυμίας και στην αιωνιότητα. Όχι με την θρησκευτική έννοια, αλλά υπό την έννοια του άφθαρτου των ιδεών μέσα στον χρόνο. Στην ουσία, την επιρροή του Μαρκήσιου ντε Σαντ. Την βλέπεις να φτάνει ως τον 20ο αιώνα μέσα από έργα των Ingres, Goya, Vallotton, Cézanne, Munch, Rodin, Füssli, Ernst, Ray, Dali, Picasso, Delacroix, Courbet, Picambia, Masson… Η λίστα δεν έχει τελειωμό. Είναι περισσότερα από 500 έργα που εκτίθενται, τα οποία σε καθηλώνουν, σε προβληματίζουν, σε σοκάρουν, σε τραβούν κοντά τους. Κι εγώ θέλω τουλάχιστον να τα απαθανατίσω, αλλά αδυνατώ! Το προσωπικό του μουσείου που επιβλέπει τις αίθουσες έχει μπει για τα καλά στο πνεύμα της έκθεσης. Μας έχουν -ευτυχώς, μεταφορικά- με τον βούρδουλα. «Απαγορεύονται οι φωτογραφίες»! Μία κατάφερα να τραβήξω όλη κι όλη στα κλεφτά, με τη βοήθεια ενός κύριου που μου έκανε πλάτες για να μην μας τσακώσει η αυστηρή κυρία με το κοστούμι. Νωρίτερα, τον είχα βοηθήσει εγώ με παρόμοιο τρόπο για να φωτογραφίσει 26 φωτογραφίες αιδοίων που είναι απλωμένες σε μια γυάλινη προθήκη.

Πάνω από αυτήν την προθήκη, είναι κρεμασμένες κι άλλες φωτογραφίες γυμνών σωμάτων, μεταξύ των οποίων και μία ενός πέους σε απόλυτο focus. Εκατοστά μακριά του έχει σκύψει ένας νεαρός, όχι άνω των 30, και το περιεργάζεται συνοφρυωμένος. Δεν ξέρω τι σκέφτεται, αν και θα ήθελα τόσο να μάθω. Άραγε κάνει συγκρίσεις με το δικό του; Τι μπορεί να κοιτάει τόση ώρα; Δίπλα του, στέκεται μια ηλικιωμένη κυρία, γύρω στα 65, η οποία τον κοιτάει αμήχανα και ύστερα εστιάζει στα αιδοία. Κάνω ένα βήμα πίσω και τους παρατηρώ. Είναι τόσο σουρεάλ αυτή η σκηνή που θα μπορούσε κάλλιστα να την έχει γράψει ο ντε Σαντ και να την έχει ζωγραφίσει ο Max Ernst. Δεν είναι όμως η μόνη. Λίγα λεπτά αργότερα, στο τελευταίο δωμάτιο, το οποίο φέρει πινακίδα που προειδοποιεί για το ακατάλληλο των εκθεμάτων, ένα ζευγάρι έχει καθίσει στο καναπεδάκι στη μέση της αίθουσας και ερωτοτροπεί ασυστόλως. Το βρίσκω άκρως αρμόζον και σε αρμονία με τα όσα μας περιτριγυρίζουν. Θα μπορούσαν να έχουν ξεπηδήσει από τις σελίδες του «Η φιλοσοφία στο μπουντουάρ». Θα μπορούσαν ακόμη να είναι εικαστικό δρώμενο, σκέφτομαι, ενθυμούμενη το trailer της έκθεσης. Δεν είναι τίποτα από αυτά. Λίγα μπαλαμούτια και σάλια πιο μετά, το ζευγάρι φεύγει· μαζί κι εγώ.

Έξω από το μουσείο, προσπαθώ να βάλω ακόμη σε τάξη όσα αντικρουόμενα συναισθήματα βίωσα. Από την αποστροφή και τη σύγχιση έως την διέγερση και την έκπληξη. Οι Γάλλοι τόλμησαν να αποτίουν φόρο τιμής στον Μαρκήσιο ντε Σαντ, 200 χρόνια μετά τον θάνατό του, με μια έκθεση που δεν κρύβει τίποτα. Σαφώς, δεν είναι για όλους, όπως εξομολογούνται οι επιμελητές, αλλά είναι εκεί αν θες να τη δεις. Δεν αυτολογοκρίνεται. Κι αναρωτιέμαι αν θα αντέχαμε να απολαύσουμε κάτι τέτοιο και στην Ελλάδα. Ας πούμε μια παρόμοιας αισθητικής έκθεση για τον Καβάφη.

*Αναδημοσίευση από www.protagon.gr

Share on Facebook0Tweet about this on Twitter0Share on Google+0Pin on Pinterest0Email this to someone

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *


+ 5 = fourteen

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>