Είμαι τύπος του φθινοπώρου. Τα πρώτα σύννεφα στον ουρανό με μαγεύουν. Οι πρώτες βροχές και η μυρωδιά των δρόμων μετά από αυτές γαργαλάνε την μύτη μου ευχάριστα. Σαν προκαταρκτικό παιχνίδι εραστών πριν το μεγάλο event. Πριν τον χειμώνα. Θα το έχετε καταλάβει άλλωστε με όλα αυτά που έγραφα για την ανόητη ζέστη του καλοκαιριού. Ούτε ο Samarman τέτοια γκρίνια για την πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση.
Το ότι τα πρωτοβρόχια φέτος ήρθαν αγκαζέ με την ΔΕΘ και τις εξαγγελίες του ΓΑΠ, θέλω να πιστεύω ότι ήταν απλά άλλη μια μεγαλειώδη έμπνευση του καλού Θεούλη. Το black humor του αντιφεγγίζει σαδιστικά πάνω στα λευκά του ρούχα και μας ταλαιπωρεί ανά τους αιώνες. Δεν πτοήθηκα όμως από αυτό το 11888. Με την πρώτη ψιχάλα τράβηξα την κουρτίνα κι έκατσα εκεί να χαζεύω με τις ώρες. Κάτω στο βλαχόνησο όποτε ξεκίναγε μπουρίνι, εγώ κατέβαινα στον δρόμο όπως ήμουν και πλατσούριζα μες στα νερά όπως κυλιέται το γουρούνι στην λάσπη. Δεν θέλω συνειρμούς τώρα. Σας παρακαλώ.
Κι ενώ εμένα μου έβγαινε το ρομαντικό μου (λέμε τώρα), την ίδια στιγμή σε κάποιους άλλους λίγο πιο μακριά ξύπναγε ο Πραπαβέσης από μέσα τους. Μόνο που αντί για παπούτσι, ήταν έτοιμοι να πιάσουν τα καντηλάκια και τα λιβανάκια και να αρχίζουν να τα εκσφενδονίζουν στους υπεύθυνους της Δημοτικής Επιχείρησης Νεκροταφείου Αχαρνών. Και πώς να μην το κάνουν δηλαδή οι άνθρωποι, όταν πήγαν να πραγματοποιήσουν τρισάγιο στους δικούς τους και είδαν τα φέρετρα να ταξιδεύουν σαν την κιβωτό του Νώε μέσα στα λασπόνερα. Είναι πρωτάκουστο μα και μακάβριο. Μέχρι τώρα μια γερή νεροποντή μπορούσε να ξεκουνήσει αυτοκίνητα, να πνίξει ζώα, να πλημμυρίσει σπίτια. Τώρα μπορεί να ξεθάψει και φέρετρα θέλοντας να αρπάξει την δόξα από τον Χριστούλη και την ανάσταση του Λαζάρου.
Θα πρέπει να ντρεπόμαστε. Κι αν δεν γίνεται αυτό, τουλάχιστον να αφήσουμε την προχειρότητα που μας χαρακτηρίζει σαν λαό, έξω από την πύλη του νεκροταφείου. Ένα μέρος στο οποίο είχα ανέκαθεν μια ιδιαίτερη συμπάθεια. Καθότι αμαρτωλή, συνήθιζα να το επισκέπτομαι συχνά στο βλαχόνησο και να περιφέρομαι ανάμεσα στα μνήματα. Αν είχα κέφια, έπλαθα ιστορίες για τις ζωές των νεκρών κρίνοντας από την φωτογραφία τους και το όνομά τους.
Θυμάμαι, μια φορά είχε έρθει κι ο αδερφός μου μαζί. Πρέπει να ήταν γύρω στα 4-5. Μου είχε πει τότε ότι του άρεσαν πολύ τα κυπαρίσσια κι ότι αυτός που σκέφτηκε να τα φυτέψει στο νεκροταφείο πρέπει να ήταν πολύ σοφός. “Γιατί ρε μικρό;” τον είχα ρωτήσει. “Μα γιατί έτσι μπορούν να σκαρφαλώνουν οι νεκροί στην κορφή τους και να αγναντεύουν την θάλασσα” μου είχε πετάξει στα μούτρα με τέτοια φυσικότητα λες και επρόκειτο για τον αριθμό τηλεφώνου του σπιτιού μας.
Και τώρα γελάω καθώς το σκέφτομαι, γιατί αν παιζόταν ξανά η ίδια σκηνή με τα φέρετρα να πλέουν σαν πιρόγες, είμαι σίγουρη ότι θα γύρναγε να μου πει: “Μ’ αρέσει η βροχή, γιατί έτσι μπορούν να κάνουν τις απλωτές τους οι νεκροί και να ξεμουδιάζουν λίγο”.

Leave a Reply to Stef… Cancel reply