Κανείς δεν ξέρει πώς θα τα τινάξει. Όλοι έχουμε μια ιδέα, μια ελπίδα, μια κρυφή ευχή για τον τρόπο, αλλά κανείς δεν μπορεί να πάρει το μενού του Θεούλη και να κάνει την παραγγελιά του. Εγώ έχω σκεφτεί πολλά πιθανά σενάρια. Το καλύτερο είναι μέσα σε ένα φέρετρο την ώρα που λιγώνεσαι από την ηδονή να έρχονται οι Αρχάγγελοι και να σου ψιθυρίζουν στο αφτί “Αυτά είναι τα τελευταία υγρά που χύνεις”. Κι έτσι να σε παίρνουν εκείνη τη στιγμή έτοιμος όπως είσαι. Μέσα στην κάσα. Ούτε μετακινήσεις, ούτε ταλαιπωρίες, ούτε τίποτα. Μερικά περίεργα βράδια το σενάριο αυτό παίρνει άλλη τροπή. Οι Αρχάγγελοι ενδίδουν στην πρότασή μου να βουτήξουν κι αυτοί μέσα και ξεπουπουλιάζουμε όλοι μαζί τα φτερά τους.
Πολύ ωραία όλα αυτά, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται εγώ θα το βρω από τον Άνθιμο. Και συγκεκριμένα από καλά εκπαιδευμένο νίντζα που μάχεται υπέρ αυτού. Φοράει μαύρα, αντί για σπαθί έχει τσάντα και κινείται αργά. Βασανιστικά αργά. Κάτι, που όπως αντιλαμβάνομαι αργότερα, είναι καθαρά ένα κόλπο για να αποπροσανατολίσει το ανυποψίαστο θύμα. Δηλαδή εμένα.
Βρίσκομαι στην τράπεζα και περιμένω στην ουρά σαν κάθε συναλλασόμενο που τον διακρίνει μια κάποια κοινωνικότητα. Γιατί η τράπεζα είναι σαν το κρεοπωλείο. Πρέπει να διατηρείς καλές σχέσεις και με τους ταμίες και με τους κρεοπώλες για να σε προσέχουν πάντα και να έχεις το κεφάλι σου ήσυχο. Η ουρά έχει μήκος καμιά δεκαριά κεφάλια. Μια μοντέρνα μάνα να την πιεις στο σφηνάκι με το μικρό της, δυο-τρεις κυρίες άχρωμες άνοστες, ένα ψηλό άντρα που βιάζεται και τον έχει πιάσει φαγούρα. Με λίγα λόγια, υπάρχουν χαρακτηριστικά δείγματα από όλες τις φυλές που συναντάμε σε ουρές. Εγώ είμαι στο τέλος, μπροστά μου είναι μια γιαγιά. Ο νίντζα που λέγαμε.
Ξαφνικά ακούγεται ο Άνθιμος να λέει “Εγώ πήρα έγκριση της Πολιτείας και συμβιώνω με τον φίλο μου που είμαστε ζευγάρι”. Κοιτάω γύρω μου συνωμοτικά. Έχουν όλοι γυρίσει προς το μέρος μου. Είναι το κινητό μου που χτυπάει. Το αγνοώ επιδεικτικά. Θέλω να κόψω αντιδράσεις. Η μάνα προσπαθεί να συγκρατήσει τα γέλια της. Ο βιαστικός κύριος ξύνεται πιο έντονα. Οι άνοστες κυρίες σχολιάζουν χαμηλόφωνα. Ένας ταμίας δεν αντέχει και ξεκαρδίζεται. Ο Άνθιμος ήδη παίζει σε repeat 4 φορές κι αποφασίζω να το σηκώσω. Πόση συγκίνηση να αντέξει κάποιος Παρασκευή μεσημέρι;
Κι εκεί που είμαι έτοιμη να πατήσω accept στην κλήση, γυρνάει ο νίντζα σε χρόνο dt και μου δίνει μια στα χέρια που λίγο έλειψε να μου πέσει το iHell στο πάτωμα. “Τι είναι αυτά; Δεν ντρέπεσαι κοπέλα πράμα;” μου λέει κι οι ρυτίδες της σχηματίζουν το 666 στο μέτωπό της. “Γιατί καλέ γιαγιά; Τι έκανα; Δεν σου αρέσει ο Άνθιμος; Εγώ τον βρίσκω καταπληκτικό” της λέω με το πιο αθώο ύφος που μπορεί να έχει μια αμαρτωλή. “Είσαι βλάσφημη και θα καείς στην κόλαση! Είναι μέγα αμάρτημα αυτό!” μου απαντάει και κάνει μια αστραπιαία κίνηση να μου την σβουρίξει με την τσάντα της. “Μα βρε γιαγιά, δεν φταίω εγώ. Αλήθεια ο Άνθιμος το είπε. Ρώτα και τον πνευματικό σου, θα δεις. Δεν είναι κακό που επιτέλους αποκαλύφθηκε ο χριστιανός!” της ανταπαντώ και κάνω ένα βήμα πίσω να την αποφύγω.
Οι υπόλοιποι γύρω μας το απολαμβάνουν. Αν μπορούσαν θα μας πέταγαν και γαρύφαλλα, είμαι σίγουρη. Τελικά, η γιαγιά έφυγε άρον-άρον πετώντας μου κάτι μακαρισμούς. Σκέφτηκα να την ακολουθήσω για να δω πού μένει και να πάω στην ενορία της για την Κυριακάτικη Λειτουργία με το κινητό ανά χείρας, αλλά επειδή εκεί είναι η σχολή εκπαίδευσης των νίντζα και θα είναι πολλοί μαζεμένοι, είπα να μην προκαλέσω την τύχη μου. Επιφυλάσσομαι όμως να το κάνω, όταν τυπώσω και μπλουζάκια που να λένε “Ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά” με την φατσούλα του Άνθιμου στο κέντρο.

Leave a Reply to Λουκρητια η Αμαρτωλη Cancel reply