Κυριακή μεσημέρι, γύρω στη 1. Πίνω τον καφέ μου λιωμένη σε ένα καναπέ κάτω από κάτι μεγάλα πλατάνια. Έχω πεταχτεί για μια νύχτα στα Καλάβρυτα γιατί μου περίσσευαν 100 ευρώ, μα κατά κύριο λόγο γιατί έχω μάθει ότι υπάρχει εκεί γύρω η μονή της Αγίας Λαύρας και θέλω να την μολύνω με την ανωμαλία μου. Ο Θεός έβαλε το χέρι του κι απέτυχε το σχέδιό μου. Πιο δίπλα υπάρχει ένας αρχαίος τόπος θυσίας. Σκέφτομαι να πάω να με σφάξουν και να αφήσω το αίμα μου να ποτίσει το χώμα και να φυτρώσουν σαρκοβόρα φυτά, μιας κι ο Χριστούλης πήρε το κοπιράιτ των παπαρουνων. Δυστυχώς ούτε αυτό έγινε, διότι ουδείς προθυμοποιήθηκε να πιάσει το μαχαίρι.
Έτσι εντελώς απογοητευμένη για την διπλή χλαπάτσα που έχω φάει, περιμένω να περάσει η ώρα για να πάρω το ΚΤΕΛ της επιστροφής. Έχω τέσσερις ώρες να σκοτώσω, μα ευτυχώς οι κυριακάτικες εφημερίδες είναι τόσο παχιές όσο και οι μύγες τον Αύγουστο. Πέρα από παχιές, είναι και πολλές. Το συνειδητοποιώ όταν βρέθηκα με 5-6 πάνω μου. Ενστικτωδώς αρχίζω να με μυρίζω, μήπως κάτι πάει στραβά με μένα, αλλά όχι. Ο κύριος στα δεξιά μου μ’ έχει νικήσει στα σημεία. Μετράω τουλάχιστον 7 στο παντελόνι και άλλες 3 τα δυο του χέρια.
Ενώ βρίσκομαι στα μισά της εφημερίδας, έρχεται και κάθεται ένα ζευγαράκι στα αριστερά μου. Συμπαθητικές φάτσες. Ο άντρας είναι γύρω στα 30 φεύγα-40 έλα και η κοπελιά όχι παραπάνω από 25. Τους χαμογελώ με νόημα. Παραγγέλνουν καφέ, ανάβουν τσιγάρο κι αφήνουν τα μάτια να μιλήσουν. Όχι μεταξύ τους. Τα βλέμματά τους δεν διασταυρώνονται ούτε μια φορά. Η κοπελιά κοιτάει μελαγχολικά από την μεριά μου την εκκλησία που βρίσκεται πάνω στην πλατεία κι ο άντρας το περίπτερο από την αντίθετη πλευρά. Θα μπορούσαν κάλλιστα να πρωταγωνιστούν στο βιντεοκλίπ του “Δεν Μιλάμε” του Τερζή, σκέφτομαι.
Τους αφήνω στην σιωπή τους κι επιστρέφω στην εφημερίδα μου. Καθώς διαβάζω ένα απολαυστικό αφιέρωμα για την ιστορία του οργασμού, ακούω τον άντρα να γκρινιάζει με έναν εκνευριστικό τόνο που θυμίζει συνοικιακή κομμώτρια. “Γιατί δεν μου έστειλες μήνυμα; Είσαι τόσο χαζή που δεν ξέρεις πώς να γράψεις ένα γαμωμήνυμα; Εγώ ανησυχούσα κι εσύ διασκέδαζες.” Η κοπελιά δεν μιλάει. Απλά τον κοιτάει με μάτια γουρλωμένα. Συνέχισε αυτός στον ίδιο τόνο. “Πάει, τέρμα. Θέλω να μου ορίσεις ημερομηνία. Πόσο καιρό χρειάζεσαι για να μου δώσεις μια ημερομηνία; Ο μήνας έχει 8. Θες να τα πούμε πάλι στις 15; Μια εβδομάδα, σου φτάνει;”. Με το ζόρι ακούω την κοπελιά να του ψιθυρίζει “Ίσως”. “Όχι, δεν έχει ίσως. Σου φτάνει ή δεν σου φτάνει; Γιατί σου είναι τόσο δύσκολο; Δε θες να παντρευτούμε; Ας πούμε το άλλο Σαββατοκύριακο να συναντηθούν οι οικογένειές μας, να βγούμε έξω για φαϊ, να γνωριστούν και να δώσουμε λόγο”, επιμένει αυτός. Η κοπελιά ξαναγυρνάει το βλέμμα της προς την εκκλησία. Για πολλές αυτή θα ήταν η στιγμή που θα πετάγανε τα σουτιέν τους από τη χαρά τους, εκείνη όμως έχει το ύφος του γατούλη στο Σρεκ.
Ξαφνικά ο άντρας την παίρνει αγκαλιά που θυμίζει περισσότερο κεφαλοκλείδωμα, σαν αυτό που κάνουν στα γελάδια για να τα κουλαντρίσουν λίγο πριν τα δέσουν χειροπόδαρα. “Σ’ αγαπάω” της λέει. “Κι εγώ” του απαντάει εκείνη. Ξεθάρρεψε η κοπελιά κι άρχισε να του λέει πως έχει ενδοιασμούς. Έγινε φουρνέλο μονομιάς αυτός. “Σκάσε! Γαμώ το ξεσταύρι μου! Το ξέρεις ότι θα μπορούσα να έχω κάποια άλλη, αλλά διάλεξα εσένα. Τέλειωσε. Πάμε αύριο να σου πάρω δαχτυλίδι. Θα έρθεις μαζί για να πάρουμε τα μέτρα. Το επόμενο Σαββατοκύριακο δίνουμε λόγο και σε ένα μήνα παντρευόμαστε”. Και δώστου ξανά εκ νέου το κεφαλοκλείδωμα.
Η σκηνή είναι τόσο γελοία, σε σημείο που με πιάνει ναυτία. Ίσως γιατί έχω βρεθεί κι εγώ σε παρόμοια κατάσταση στο παρελθόν, αλλά την σκαπουλάρησα με πηδηματάκια καγκουρό. Ίσως και γι’ αυτό θέλω να σηκωθώ και να πιάσω την κοπελιά από το χέρι, να την σύρω ως την πηγή που βρίσκεται στην πλατεία και της χώσω το κεφάλι από κάτω μπας και ξυπνήσει. Παρόλα αυτά δεν κάνω τίποτα. Κοιτάω μία το ζευγαράκι, μία το αφιέρωμα στους οργασμούς κι άθελά μου αναρωτιέμαι πόσες στιγμές ηδονής μπορεί να ζήσει στον μελλοντικό τους έγγαμο βίο. Με το ζόρι καμιά δεκαριά, απαντάω στον εαυτό μου. Μια-δυο από αυτές μπορεί να τους χαρίσει και κανά κουτσούβελο. Και μετά το χάος. Αν κάποιος μπορεί να ουρλιάζει “Σκάσε” την ίδια ώρα που κάνει πρόταση (ή μάλλον εκβιασμό) γάμου, τότε το ξέρεις κι εσύ, κι ο κάμπος κι οι ραχούλες, ότι η δυστυχία και η μιζέρια έχουν πάρει από τώρα τη θέση τους στο εικονοστάσι δίπλα από τα στέφανα, απλά δεν το έχουν πάρει χαμπάρι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι.
Μετά από κανά μισάωρο, το ζευγαράκι έφυγε αμίλητο, ακριβώς όπως είχε έρθει. Μ’ αυτά και μ’ αυτά είχε έρθει και μένα η ώρα μου να επιβιβαστώ στο λεωφορείο, όπως κι έκανα. Με την μουσική στ’ αυτιά μου και λίγο κοτόπουλο από τα δυο ουζάκια που είχα χτυπήσει, κοίταγα έξω από το παράθυρο όταν ξαφνικά πέρασε από δίπλα μας ένα αυτοκίνητο που με έκανε να ξαναφέρω στο μυαλό μου τα πιτσουνάκια της καφετέριας.
Ο άντρας στο τιμόνι, στην θέση του συνοδηγού μια καρέκλα γραφείου γυρισμένη ανάποδα, και στο πίσω κάθισμα η γυναίκα να χαζεύει τα τοπία με το ίδιο ακριβώς βλέμμα του γατούλη που είχε και η κοπελιά νωρίτερα. Αχ ρε να μπορούσα να ταξιδέψω στον χρόνο. Να τράβαγα φωτογραφία αυτή την σκηνή και να την έτριβα στα μούτρα της κοπελιάς να δει ένα preview από την μελλοντική της σαπουνόπερα. Ορίστε! Με τα χρόνια, την θέση σου στο συζυγικό κρεβάτι θα πάρει κάποιο αλλοδαπό μωρό και στο αυτοκίνητο μια καρέκλα γραφείου με ροδάκια από τα ΙΚΕΑ που είναι και φτηνά. Τόσο κοστολογείσαι.

Leave a Reply to Λουκρητια η Αμαρτωλη Cancel reply