Σάββατο 14 Αυγούστου. Περιμένω το καράβι για να πάω στο βλαχόνησο. Παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου στο λιμάνι. Μιλάνε πολύ κι ανταλλάσουν φιλιά ιδρωμένα ανάμεσα σε παραγεμισμένες βαλίτσες που τις σέρνουν όπως ο κατάδικος την σιδερένια μπάλα. Εγώ πάλι έχω πετάξει μια μπλούζα κι ένα βρακί σε μια τσάντα. Δεν πάω για τουρισμό, μια επίσκεψη-νίντζα 24 ωρών θα κάνω. Πλέον το ξέρουν και οι δικοί μου και με αντιμετωπίζουν αναλόγως. Έχουν στήσει το ράντζο στην μέση του σαλονιού, αφού στο παλιό μου δωμάτιο έχει εγκατασταθεί ο αδερφός μου και το μόνο που προδίδει το πέρασμά μου από εκεί είναι οι πυτζάμες μου και τα άλμπουμ με φωτογραφίες από τα παιδικά μου χρόνια.
Δυο ώρες μετά, τρώμε με την υπόλοιπη φαμίλια στο τραπέζι της κουζίνας. Ο πατέρας με ενημερώνει με ύφος Τσινίτο για τα τεκτενόμενα στο σκατόνησο κι εγώ παλεύω ταυτόχρονα να πιάσω το μακαρόνι από το παστίτσιο που ξεγλιστράει και να παρακολουθήσω την μίνι συνέντευξη Τύπου. Πράγμα δύσκολο, καθώς χρησιμοποιεί παρατσούκλια κι αναγκάζομαι κάθε τρεις και λίγο να τον διακόπτω. Ποιος; Ποιος είναι αυτός; Μάταια προσπαθεί και η μάνα να μου εξηγήσει για ποιον πρόκειται δίνοντάς μου λεπτομερέστατη περιγραφή του παρουσιαστικού του κι αναλύοντας το γενεαλογικό του δέντρο. Αν μας άκουγε κάποιος τρίτος, θα δυσκολευόταν να πιστέψει ότι έχω ζήσει 18 αμαρτωλά χρόνια εκεί. Σύντομα εγκαταλείπεται κάθε προσπάθεια κι επιστρέφουμε όλοι σιωπηλοί στο πιάτο μας ανακουφισμένοι ότι κάναμε ό,τι ήταν δυνατόν για να επικοινωνήσουμε.
Έχω ήδη αρχίσει να νιώθω σαν τον Τζακ στο “24”. Μόνο που εγώ δεν πρέπει να σώσω τον κόσμο από κάποια καταστροφή, απλά πρέπει να καταφέρω να επιβιώσω αυτό το βασανιστικό εικοσιτετράωρο. Έτσι αποφασίζω να πάρω την εφημερίδα μου παραμάσχαλα και να πάω για καφέ. Έχει αφόρητη ζέστη και το μόνο αεράκι που νιώθεις να σου γαργαλάει τον λαιμό προέρχεται από τα φτερά της μύγας που πετάει δίπλα σου. Μαυρισμένα μπούτια πάνε κι έρχονται. Η κατάνυξη του Δεκαπενταύγουστου έχει φορέσει το μικροσκοπικό της μπικίνι και γλείφει πρόστυχα ένα χωνάκι παγωτό. Το μυαλό μου αρχίζει να αστράφτει σαν τάμα πάνω στην θαυματουργή εικόνα της Παναγίτσας. Θαύμα… Αλήθεια ποιο θαύμα προσδοκά ο καθένας μας αυτές τις μέρες, αναρωτιέμαι.
Στον δρόμο για το σπίτι, περνάω ανάμεσα από τα τουριστικά μαγαζάκια. Παρατηρώ μεγάλη κινητικότητα και πριν καλά-καλά το καταλάβω, περιτριγυρίζομαι από Κινέζους, Γάλλους και Ισπανούς. Μια συμπαθητική σχιστομάτα έχει πιάσει και ζουλάει έναν τσολιά και κάνει νόημα στην υπόλοιπη παρέα να πλησιάσει. Πλησιάζω κι εγώ να θαυμάσω. Ο τσολιάς είναι στην ουσία μια μαξιλαροθήκη που της έχουν βάλει κορδόνια στις άκρες, έτοιμος να καταπιεί ό,τι πλαστική σακούλα τον ταϊσεις. Γελάω με το επιχειρηματικό δαιμόνιο του Έλληνα. Λίγα μέτρα πιο πέρα, βλέπω το πλοίο που ξέρασε όλους αυτούς τους τουρίστες. Στην πρύμνη του κάτι χρυσά πελώρια γράμματα κάνουν τις συστάσεις, “Πλατυτέρα των Ουρανών”. Αχα! Το θαύμα για τους ντόπιους μαγαζάτορες ήρθε από την πλωτή Παναγίτσα. Μεγαλοφυές.
Το κυριακάτικο πρωινό του Δεκαπενταύγουστου με βρίσκει να ρεμβάζω στο μπαλκόνι του πατρικού μου. Απέναντι η ναυτική βάση που κάποτε φιλοξενούσε το Αβέρωφ. Μετά ήρθε το Βέλος και τώρα την θέση του έχει πάρει το επιβατηγό Apollon. Πώς αλλάζουν έτσι οι καιροί, σκέφτομαι. Από μέσα παίζουν και οι δυο τηλεοράσεις στη διαπασών. Βασίλης Καρράς στην μία, Θεία Λειτουργία στην άλλη. Αδυνατώ να ξεχωρίσω ποιος είναι αυτός που ψέλνει και ποιος τραγουδάει το “Γύρισε”. Θαύμα! Νισάφι πια με τον Γαϊτάνο που έχει πιάσει στασίδι στην θρησκευτική πίστα. Επιτέλους κι άλλοι καλλιτέχνες κάνουν στροφή στην καριέρα τους.
Αισθάνομαι το κεφάλι μου να ζυγίζει όσο και η καμπάνα της Μητρόπολης, μετά τις μπόμπες που κατέβασα στο ροκάδικο του σκατόνησου το προηγούμενο βράδυ. Το χτύπησε κι αυτό η οικονομική κρίση κι άρχισε τις νοθείες. Με χτύπησαν κι εμένα οι τρεις βότκες και με το ζόρι σέρνω την αμαρτωλή μου ύπαρξη στο οικογενειακό τραπέζι που παρατείθεται σε ταβέρνα-φαρμακείο προς τιμήν της γιαγιάς. Υπό κανονικές συνθήκες, οι εορτάζουσες θα ήταν δύο, αλλά η μάνα επιμένει να γιορτάζει τον Νοέμβριο, στα Εσόδια της Παναγίας. Το παραδοσιακό πείραγμα από την μεριά μου δεν λείπει. Μάνα το έχεις συνειδητοποιήσει ότι τα τελευταία 29 χρόνια είσαι παντρεμένη και με παιδιά ε; Τι δουλειά έχεις εσύ να γιορτάζεις με τις άγαμες και τις παρθένες; Βάζει τα γέλια όπως πάντα. Ελπίζω σε κάποιο θαύμα παιδί μου. Α, κι εσύ;
Το γεύμα τελείωσε με τις απαραίτητες φωτογραφίες με κεντρικό πρόσωπο εμένα να ποζάρω σκερτσόζικα, καθώς κανείς δεν ξέρει πότε θα τους ξανατιμήσω με την παρουσία μου. Έχει πάει αισίως 3.30, μα το καράβι φεύγει σε τρεις ώρες. Δεν κρατιέμαι άλλο και πιάνω το ακουστικό. Έλα Ηρακλή, έχω εισιτήριο για των 6.15, υπάρχει άλλο νωρίτερα; Σε 25 λεπτά; Καλά, κατεβαίνω τρέχοντας. Φτάνω στο πρακτορείο, αγκαλιάζω το γκισέ και περιμένω το μαγικό χαρτάκι που θα κάνει την αναγούλα μου να εξαφανιστεί. Ο Ηρακλής με πληροφορεί με ένα σχεδόν ένοχο ύφος ότι δεν υπάρχει θέση. Μεγάλη η χάρη Της ε; Αηδίες. Το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο χτυπάει το τηλέφωνο. Κάποιος ακύρωσε την κράτησή του. Θαύμα! Τσιμπάω το εισιτήριο και τρέχω. Παναγίτσα σόρυ που σε αμφισβήτησα, αλλά είμαι αμαρτωλή τι να κάνουμε…

Leave a Reply to Anonymous Cancel reply