Αγαπώ την καθημερινότητα σε βαθμό διαστροφής. Αυτή η ρουτίνα που σε βάζει να κάνεις βρώμικες σκέψεις για τη ζωή μετά θάνατον, εμένα μ’ εξιτάρει. Είναι μια σχέση άκρως σαδιστική. Όσο εκείνη με βασανίζει με υποχρεώσεις, τόσο εγώ την τιμωρώ με το παρδαλό μου ντύσιμο.
Υπάρχουν βέβαια και μέρες που της παραδίνομαι άνευ όρων να ασελγήσει στο κορμί μου με το πάσο της. Όχι από έλλειψη φαντασίας αλλά από την μόνιμη έλλειψη σιδερωμένων ρούχων. Κι όταν τυχαίνει να έχεις ξυπνήσει δέκα λεπτά πριν την προβλεπόμενη ώρα προσέλευσης στο γραφείο, το μόνο πράγμα που προλαβαίνεις να κάνεις είναι πλύσιμο προσώπου και δοντιών. Κι αυτό με την ψυχή στο στόμα και την μπάρα δημητριακών στο χέρι για το δρόμο. Χθες όμως δεν ήταν μια μέρα σαν κι αυτές.
Έχω ξυπνήσει από νωρίς κι ως συνήθως με κολασμένα κέφια. Διαλέγω τα ρούχα με ευκολία και άνεση χρόνου. Λέω να τιμήσω την βλαχονησιώτικη καταγωγή μου οπότε ντύνομαι “Άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε καραβάκια στο Αιγαίο δεν με παίρνετε καλέ”. Το θέαμα είναι αστείο. Μια χαρά. Εξάλλου αυτό είναι και το ζητούμενο. Να αντανακλά την διάθεσή μου μα και να φτιάχνει την διάθεση των γύρω μου. Και πώς να μην την φτιάχνει δηλαδή; Φανταστείτε έναν άνθρωπο να κυκλοφορεί έτσι έξω στο δρόμο. Το μόνο σίγουρο, αν δεν καταφέρεις να χαμογελάσεις, είναι ότι θα μπεις τουλάχιστον στον πειρασμό να του κοτσάρεις και μια μεγάλη κόκκινη μύτη να πάει να βγάλει μεροκάματο σε παιδικό πάρτυ παριστάνοντας τον κλόουν.
Στο δρόμο για την δουλειά, καταλαβαίνω ότι το ντύσιμό μου έχει αρχίσει και φέρνει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Ένα κοριτσάκι τραβάει από το παντελόνι την μαμά της που εκείνη τη στιγμή παλεύει με το ΑΤΜ και με δείχνει με το δάχτυλο. Το χαιρετάω από μακριά κι αυτό αμέσως κρύβεται ντροπαλά πίσω από την τσάντα της μαμάς. Στο αμέσως επόμενο βήμα, βλέπω έναν κωτσονάτο κύριο γύρω στα εβδομήντα, που μόλις έχει βγει από το φαρμακείο, να περνάει το δρόμο αψηφώντας τα αυτοκίνητα που του κορνάρουν λες και πάνε την νύφη στην εκκλησία. Α πάει, ο παππούς αποφάσισε να τεστάρει την αγάπη του Θεούλη αν τον θέλει κοντά Του από τώρα, σκέφτομαι. Παρατηρώ ότι κατευθύνεται ντουγρού πάνω μου με το που πατάει το πόδι του στο πεζοδρόμιο και ελίσσομαι σαν αίλουρος να τον αποφύγω. Οι άνθρωποι μιας κάποιας ηλικίας έχουν μια ιδιαίτερη σχέση με την ισορροπία σαν μπαλαρίνα στα πρώτα μαθήματα πάνω στις πουέντ. Γάτος όμως ο κυριούλης, αλλάζει πορεία την τελευταία στιγμή και μου μπλοκάρει τον δρόμο. Με όση δύναμη του είχε απομείνει από αυτό το μίνι σπριντ νωρίτερα μου σφίγγει τον ώμο με το χέρι του και μου λέει “Αχ να ‘σαι καλά ρε κοπέλα μου, μου έφτιαξες την διάθεση. Μπορώ να σε αγκαλιάσω;”. Δεν πρόλαβα να αρθρώσω λέξη η δόλια. Με αρπάζει με ενθουσιασμό εφήβου και μ’ αγκαλιάζει με τέτοιο τρόπο λες και θέλει να με αποτυπώσει πάνω στο πουκάμισό του. Ξαφνικά νιώθω κάτι σκληρό ανάμεσά μας. Δεν πανικοβάλλομαι. Σαφώς και πρόκειται για την σακούλα με τα φάρμακα. Τον χτυπάω συγκαταβατικά στην πλάτη, αλλά με προσοχή μην τυχόν και σπάσω κανά κόκκαλο και τρέχουμε πρωί πρωί. “Καλημέρα, καλημέρα” του λέω και προσπαθώ να ξεκολλήσω διακριτικά. Κάτι πάει να μου πει, αλλά εγώ έχω ήδη απομακρυνθεί με βήμα ταχύ.
Έχουμε γίνει θέαμα. Το βλέπω στα μάτια του ντροπαλού ιχθυοπώλη που παραμονεύει κάθε μέρα στην πόρτα του για να με δει να περνάω. Με το που πλησιάζω με καλημερίζει με ένα πονηρό χαμόγελο. Δεν θέλω να ξέρω τι έβαλε με το μυαλό του. Δεν χρειάζεται κιόλας. Από το πώς με κάρφωσε στα μάτια κατάλαβα ότι ζήλεψε τον παππού κι ευχαρίστως θα έστελνε αμέσως επιστολή στον Loverδο να κόψει όλες τις συντάξεις μαχαίρι την επόμενη μέρα για να εξοντώσει κάθε ηλικιωμένο που τολμά και λιγουρεύεται φρέσκια σάρκα. Συμπέρασμα; Ο γέρος ή από πέσιμο θα πάει ή από ζηλόφθονα ιχθυοπώλη.

Leave a Reply to Λουκρητια η Αμαρτωλη Cancel reply