Κατά τον Ησίοδο, το κουτί της Πανδώρας έκρυβε όλα τα δεινά του κόσμου, το οποίο άνοιξε η άτιμη και μας πήρε η κάτω βόλτα έκτοτε. Κατά την Λουκρητία, το χειροποίητο κουτί της κρεβατοκάμαρας κρύβει κάτι αμαρτωλά θαύματα, τα οποία βρήκα τυχαία σήμερα η κολασμένη καθώς έψαχνα για ένα πολύχρωμο κολιέ για να έρθει και να δέσει η υπερπαραγωγή-ντύσιμο.
Ο λόγος για δύο φυλαχτά με Τίμιο Ξύλο, πολυκαιρισμένα, βρώμικα κι αηδιαστικά. Καλά θα μου πείτε, το τελευταίο μπορεί να ισχύει και χωρίς κάποια άλλη απαραίτητη προϋπόθεση. Μόνο να σκεφτείτε ότι έχει κυλήσει το αίμα του καλού μας Χριστούλη πάνω του κι έχει ξεραθεί κάνοντας αυτή την γνωστή σκούρα κρούστα -ξέρετε- που δεν βγαίνει όσο και να τη ξύνετε με το νυχάκι. Μπλιαχ λέμε. Τώρα το πώς βρέθηκαν εκεί να κολυμπάνε ανάμεσα στα χαριτωμένα μπιχλιμπίδια μου σαν λευκό εσώρουχο που φέγγει στο black light, είναι απορίας άξιο. Είναι όμως και σατανική σύμπτωση να τα ανακαλύψω την ημέρα που γιορτάζει η Εκκλησία μας την ύψωση του Τιμίου Σταυρού.
Για όσους δεν γνωρίζουν, ο Σταυρός υπήρξε ο πρώτος απινιδωτής στην ιστορία της ανθρωπότητας, καθώς ανέστησε μια νεκρή γυναίκα που ακούμπησε πάνω του η Αγία Ελένη στην προσπάθειά της να διαπιστώσει ποιος είναι ο σωστός ο πρόστυχος μιας και είχε βρει τρεις κάτω από έναν αρχαίο ναό της θεάς Αφροδίτης στον Γολγοθά. Από τότε τον τιμάμε με νταούλια και θυμιατά και παράλληλα σκορπάμε τα ροκανίδια του σε κάθε γωνιά της γης λες και είναι ασπιρίνες.
Εμένα αυτή η γιορτή μου ξυπνά γλυκές αναμνήσεις από την παιδική μου ηλικία. Πάντα τέτοια μέρα πηγαίναμε με την μάνα σε ένα μικρό εκκλησάκι που βρισκόταν στην άκρη του βλαχόνησου. Παραθαλάσσιο κάτω από κάτι μεγάλα βράχια που τα έβλεπες κι έκανες τον σταυρό σου να μην πέσουν και σε πλακώσουν. Η τοποθεσία που έχει διαλεχθεί για να χτιστεί το εκκλησάκι του Σταυρού είναι διαβολική. Ο από πάνω δρόμος καταλήγει στην ντισκοτέκ που πάει η νεολαία μας και κάνει τα αίσχη. Το πιάνετε το υπονοούμενο ε; Ο ένας δρόμος σε οδηγεί στην ακολασία, ο άλλος στον καλό Θεούλη. Διαλέγεις και παίρνεις. Νιώθεις για λίγο Neo στο Matrix.
Το σαδιστικότερο όλων είναι αυτό που βρίσκεται πίσω από το εκκλησάκι. Ένα παλιό εγκαταλελειμμένο σφαγείο. Κάποτε πήγαιναν εκεί οι κτηνοτρόφοι και πετσόκοβαν τα ζωντανά τους. Τώρα πάνε οι πιστοί σαν πρόβατα να απαντήσουν τον Δημιουργό τους. Οι ομοιότητες βγάζουν μάτι, κι αν συνεχίσετε να παιδεύετε το μυαλουδάκι σας, θα σας βγει και τ’ όνομα ως αμαρτωλοί και βλάσφημοι.
Όλα αυτά ικανοποιούσαν την διαστροφή μου. Την γλύκα όμως μου την χάριζε το παστέλι που πουλούσε μια συμπαθέστατη γριούλα στο μίνι πανηγύρι που στηνόταν έξω από το εκκλησάκι. Καθόταν πάντα στο τελευταίο εκατοστό του τσιμεντένιου πεζουλιου. Τέλος τσιμέντου, αρχή θάμνων ήταν η θέση της λες και δεν ήθελε να ενοχλήσει τους άλλους businessmen που είχαν απλώσει την πραμάτεια τους αγενέστατα. Με τα πιο χαμογελαστά μάτια που έχω δει ποτέ σε ηλικιωμένο άνθρωπο, πούλαγε το παστέλι της, κομμένο σε σχήμα ρόμβου και τυλιγμένο σε λαδόκολλα. Μαζί με αυτό σου έδινε κι ένα ματσάκι βασιλικό δεμένο με μια κόκκινη κορδέλα. Από τότε όποτε μυρίζω βασιλικό, θυμάμαι αυτόν τον μαυροφορεμένο όγκο και ο ουρανίσκος μου ψάχνει να βρει την ηδονή από το μέλι και το σουσάμι.
Θυμάμαι μου είχε κάνει εντύπωση και είχα ρωτήσει την μάνα “Μα καλά τι δουλειά έχει το παστέλι στην γιορτή του Σταυρού;” Εκείνη τότε δεν μου είχε απαντήσει. Είχε μόνο χαμογελάσει πονηρά. Έπρεπε να περάσουν κάμποσα χρόνια για να καταλάβω ότι το πραγματικό παστέλι χαρίζεται συνομωτικά κάθε βράδυ έξω από το εκκλησάκι καθ’όλη την διάρκεια του χρόνου. Ζευγαράκια αφήνουν τα υγρά του έρωτα πάνω στο πεζούλι σαν στάλες αγιασμού που πέφτουν πάνω στα κεφάλια των πιστών και τους καίνε. Και τώρα που το σκέφτομαι, ίσως η γριούλα το γνώριζε και γι’ αυτό πούλαγε το παστέλι της. Να τσιγκλίσει τον Θεούλη.

Leave a Reply