Δαμάζω τα κύματα μέσα στο πλοίο με προορισμό το βλαχόνησο και αναρωτιέμαι πόσες πιθανότητες υπάρχουν να έχει ταξιδέψει το τέρας του Λοχ Νες ως τα μέρη μας. Να πεταγόταν, λέει, ξαφνικά μπροστά μας και να έκανε το καράβι να στρίψει σπινιάροντας με φουλ τις μηχανές πίσω στο λιμάνι του Πειραιά. Στα ακουστικά μου άρχισε να παίζει το “Illusion” των Uriah Heep, το οποίο με επανέφερε στην πραγματικότητα. Τα πλοία δεν σπινιάρουν ανόητη, μονολογώ. Αλλά δεν έχει σημασία. Αυτή τη στιγμή κι ο Μωυσής να εμφανιζόταν από το πουθενά σχίζοντας τη θάλασσα στα δύο θα μου έφτανε, αρκεί να μην πατήσω το πόδι μου στο πλακόστρωτο λιμάνι.
Είπα πόδι και το μυαλό μου πετάχτηκε αστραπιαία ως τον Έβρο όπου ετοιμάζονται να στήσουν ένα συρμάτινο φράχτη ώστε να αποτραπεί η ανεξέλεγκτη εισροή μεταναστών. Σκέφτομαι ότι για άλλη μια φορά η κυβέρνηση λειτουργεί σαν ρολόι που χάνει δευτερόλεπτα με τέτοιο ανησυχητικό ρυθμό, που αρχίζω να αμφιβάλλω αν έχει μπει το 2011 στο Μαξίμου. Δεν θα μου έκανε εντύπωση εάν όντως τα ημερολόγια του κτιρίου έχουν κολλήσει πεισματικά στις 31 Δεκεμβρίου. Αυτό ίσως θα μπορούσε να δικαιολογήσει και την χρονική στιγμή που επιλέχθηκε για να ανακοινωθεί από τον Παπουτσή αυτή η avant garde εγκατάσταση. Αν είχε γίνει νωρίτερα, τότε θα ήταν αναγκασμένος να βάλει και λαμπιόνια πάνω στο φράχτη, που θα παίζουν το soundtrack από το “Εξπρές του Μεσονυχτίου” καθώς η ΕΡΤ θα μετέδιδε σε ζωντανή σύνδεση τους μετανάστες ντυμένους ξωτικά να προσπαθούν να τον σκαρφαλώσουν, αναβιώνοντας έτσι τα “Παιχνίδια χωρίς Σύνορα”. Σε αυτή την περίπτωση, η μόνη που θα έκανε ανάσταση αντί για πρωτοχρονιά, θα ήταν η Δάφνη Μπόκοτα.
Φτάνοντας τελικά στο πλακόστρωτο λιμάνι, διαπιστώνω ότι η Δάφνη θα πρέπει να περιμένει. Στο λεωφορείο του χρόνου, το βλαχόνησο κατέβηκε μια στάση πριν το Πάσχα. Δεν βρίσκω άλλη λογική εξήγηση για το θέαμα που αντικρίζω. Είναι σίγουρα Απόκριες, γι’ αυτό και οι μισές γυναίκες που απολαμβάνουν το απόγευμά τους στις καφετέριες φοράνε animal print. Θέλω να συρθώ νωχελικά προς το μέρος τους και να τους γρυλίσω με νόημα. Δεν κάνω όμως τίποτα από αυτά.
Αντ’ αυτού, παίρνω τον δρόμο για την ταβέρνα όπου θα δειπνήσουμε οικογενειακώς. Όσο περπατάω, συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο ότι όντως η Πρωτοχρονιά πέρασε και δεν ακούμπησε φέτος στο βλαχόνησο. Η φάτνη που στήνεται κάθε χρόνο στα θεμέλια ενός πλινθόκτιστου σπιτιού που θυμίζει κάστρο, δεν υπάρχει. Ο κήπος του είναι παρατημένος. Ακόμα και οι ασημένιοι προβολείς που ξεπροβάλλουν από τις φυλλωσιές και που κάποτε φώτιζαν το κτίριο σε standards Παρθενώνα, τώρα είναι σβηστοί και σκουριασμένοι. Αν δεν υπήρχαν οι ελάχιστοι στολισμοί του δήμου που διακρίνω από μακριά, θα μπορούσε να θεωρηθεί μια συνηθισμένη χειμωνιάτικη μέρα.
Πραγματικά θα μπορούσε, αν η ταβέρνα που επέλεξαν οι γονείς μου όμως, δεν ήταν ένα ποτ πουρί των καλύτερων εορταστικών εθίμων. Στον δεξί τοίχο, πλαστικές μάσκες του Διόνυσου με στραπατσαρισμένες σερπατίνες για μαλλί, και στον αριστερό τοίχο, ένας χοντρομπαλάς Άγιος Βασίλης με μια φουντωτή γιρλάντα γύρω του. Η σύγκρουση δύο κόσμων. Ο χρόνος που θέλει να ζήσει το τώρα με τον χρόνο που ανυπομονεί να ξεκουμπιστεί. Η ταβέρνα είναι σαν τον φράχτη του Παπουτσή, σκέφτομαι, επηρεασμένη από τη δήλωσή του πως η ελληνική κοινωνία έχει ξεπεράσει τα όριά της. Θα συμφωνήσω μαζί του. Μόνο που δεν έχει πηδήξει ακόμα τον φράχτη. Στέκεται εκεί μουδιασμένη και δεν ξέρει τι να ευχηθεί. Καλή Πρωτοχρονιά; Καλή Αποκριά; Ίσως κάτι ενδιάμεσο. Καλή Πρωτοαποκριά;

Leave a Reply