Ο Τζιμάκος έλεγε σε μια παράστασή του “Παιδιά θυμηθείτε, στη Νέα Τάξη πραγμάτων, τα πράγματα είμαστε εμείς”. Θα συμφωνήσω 100% μαζί του και μάλιστα θα το συγκεκριμενοποιήσω. Είμαστε τραπέζια με τέσσερα πόδια. Κάθε πόδι αντιστοιχεί και σε ένα βασικό τομέα της ζωής μας. Υγεία, έρωτας, οικογένεια, δουλειά. Η σειρά τυχαία. Κι επειδή λοιπόν κανένας δεν θέλει ένα τραπέζι που κουνιέται με κίνδυνο να πέσουν κάτω όλα τα μπιμπελό, πρέπει όλα αυτά να ισορροπούν μεταξύ τους. Το δικό μου όμως τα τελευταία χρόνια, είχε αρχίσει να θυμίζει ξαπλώστρα με περίεργη κλίση που λίγο έλειψε να μου προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην μέση. Και λέω “είχε” γιατί φρόντισα πάραυτα να συσκεφθώ με τον μαστρο-Τζεπέτο ώστε να το πριονίσουμε λίγο το ρημάδι μπας και ισιώσω. Και ίσιωσα. Με τέσσερις ώρες λιγότερες και τα μισά λεφτά.
Η απόφαση ήταν σχετικά εύκολη να παρθεί από την μεριά μου μιας και δεν έχω ιδιαίτερες υποχρεώσεις. Ούτε σκυλιά, ούτε παιδιά, ούτε αυτοκίνητα. Με σχετική ευκολία το δέχθηκε κι ο μαστρο-Τζεπέτο, αν και χρειάστηκε να του υποσχεθώ πως θα του τυπώσω την φατσούλα μου σε μουσαμά για να την βάλει στον τοίχο απέναντι από το γραφείο του και να παίρνει το daily fix του. Το μεγάλο πρόβλημα προήλθε από το περιβάλλον μου. Με το άκουσμα της νέας σύμβασης, οι μισοί έπιασαν το τηλέφωνο ώστε να μου κλείσουν σουίτα στου Σινούρη κι οι άλλοι μισοί μου έριξαν ένα βλοσυρό βλέμμα πασπαλισμένο με ζήλεια. Σας το λέω, αν οι βλεφαρίδες ήταν δόντια, τότε αυτή τη στιγμή θα μου έλειπαν ολόκληρα κομμάτια. Δεν τους αδικώ όμως. Οι μεν πρώτοι είναι άνεργοι εδώ και καιρό, οι δε δεύτεροι ξεπατώνονται στη δουλειά για ψίχουλα και το κατούρημα θεωρείται πολυτέλεια εν ώρα εργασίας.
Σήμερα ήταν η πρώτη μέρα με το καινούριο αλφαδιασμένο τραπεζάκι μου κι αποφάσισα να το τσουλήσω ανάμεσα στον κόσμο. Η αίσθηση απίστευτη. Ανακαλύπτεις ότι υπάρχει ζωή πέρα από τον θόρυβο των εκτυπωτών. Κι όχι μόνο. Υπάρχει και ήλιος. Κάτι είχα ακούσει για αυτόν, αλλά εννιά χρόνια κλεισμένη σε ένα γραφείο για πάνω από 10 ώρες καθημερινά, είχα αρχίσει να πιστεύω πως ο ήλιος ήταν απλώς αποκύημα της φαντασίας μερικών, όπως αυτό το περίπου στρογγυλό κίτρινο πράγμα που συναντάς σε παιδικές ζωγραφιές.
Καθώς περπατούσα λοιπόν, τσάκωσα τον εαυτό μου να έχει ένα διαολεμένο χαμόγελο στα χείλη λες κι είχα κάνει ζαβολιά μα κανείς δεν το είχε ανακαλύψει ακόμα. Ακριβώς όπως όταν ήμουν μικρή που έριχνα καπάκια από μπουκάλια αναψυκτικών στο παγκάρι αντί για ψιλά ώστε να κάνουν θόρυβο και έπαιρνα τα κεριά μου με αγγελικά αθώο ύφος. Και τώρα που το σκέφτομαι, ίσως ήμουν και η αρχική εμπνεύστρια του κινήματος Δεν πληρώνω-Δεν πληρώνω και θα πρέπει να ζητήσω το copyright, αλλά ας όψεται. Δεν θέλω να με πιάσει στο στόμα του ο Πειραιώς Σεραφείμ και να με αποκαλέσει τζαμπατζή.
Αν κι αυτό να σας πω, θα το αντέξω. Αυτό που δεν θα άντεχα με τίποτα είναι να γνώριζαν οι περαστικοί τον λόγο που χαμογελούσα. Eάν ήξεραν, τότε στην καλύτερη των περιπτώσεων να με κρεμούσαν απίστομα στο Σύνταγμα και να μου έβαζαν φωτιά όπως έκανε το ΠΑΜΕ με τα κουστούμια προσφάτως. Υπάρχει όμως κι ένας άνθρωπος που θα ήταν πολύ περήφανος για εμένα, κι αυτός δεν είναι άλλος από την Λούκα Κατσέλη. Θα ήμουν το καμάρι της, η απόλυτη προσωποποίηση των νέων εργασιακών μέτρων. Ο άνθρωπος που με δική του πρωτοβουλία ζήτησε μείωση των ωρών εργασίας του και ανάλογη μείωση αποδοχών. Ίσως γινόμουν κι αστικός μύθος. Σαν τον πολίτη που προσέφερε τον μισθό του στον ΓΑΠ ώστε να σωθεί η χώρα πριν ένα χρόνο. Δεν ειναι κι άσχημο. Αν δεν μου κάτσει η αγιοποίηση, θα αρκεστώ σε αυτό.

Leave a Reply