Ήταν Σαββατόβραδο στο σπίτι της γιαγιάς. Εγώ πήγαινα Πέμπτη Δημοτικού. Η θεία μου, που είναι δασκάλα, είχε καλέσει τους συνάδελφούς της για δείπνο. Λεμονάτο με πατάτες στο φούρνο. Το ραδιόφωνο έπαιζε κάτι αδιάφορα τραγούδια από κάποιον εξίσου αδιάφορο σταθμό. Καθόμουν ήσυχη στο υπνοδωμάτιο διαβάζοντας τον Γέρο και τη Θάλασσα, όταν ξαφνικά άκουσα μια αισθαντική φωνή να αφήνει νυχιές στην καρδιά σαν δοξαριά στις χορδές του βιολιού. Έκανα την εμφάνισή μου δειλά στο σαλόνι.
Ο Παναγιώτης, ο δάσκαλός μου στις τρεις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού, στεκόταν όρθιος μπροστά από το κασετόφωνο. Τον πλησίασα με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο σαν να είχα ανακαλύψει το μεγαλύτερο μυστικό του κόσμου. “Τι είναι αυτό;” τον ρώτησα με περιέργεια δέκα γατών. “Ο Αύγουστος. Παπάζογλου.” μου απάντησε. Άπλωσε το χέρι του, άνοιξε το δικό μου και μου άφησε την θήκη της κασέτας με προσοχή. Το Χαράτσι. “Θα τον αγαπήσεις” μου είπε. Την επόμενη μέρα στο σχολείο, μου άφησε στο θρανίο μου, μία άλλη κασέτα. Η Εκδίκηση της Γυφτιάς. Κάτω από αυτή, υπήρχε ένα σημείωμα, το οποίο έχω κρατήσει μέχρι και σήμερα: “Μερικοί άνθρωποι κεντάνε το μυαλό σου και αυτή θα είναι η προίκα σου”. Από εκείνη τη στιγμή, ερωτεύτηκα τον Παναγιώτη. Όχι με τον έρωτα που κάνουν τα κοριτσάκια αυτής της ηλικίας να ξεφυσάνε σαν τρένα τα βράδια, αλλά με τον σεβασμό για κάποιον που σε έχει πάρει από το χέρι και σου έχει αποκαλύψει τον κόσμο που σε περιμένει πίσω από την κουρτίνα.
Με τον ίδιο τρόπο ερωτεύτηκα και τον Νίκο Παπάζογλου. Τον άκουγα πάντα μόνη, πάντα κρυφά. Αυτός κόντρα στη σιωπή με την αμηχανία να σε πνίγει από την αδυναμία να περιγράψεις τα συναισθήματα που σου προκαλεί. Πάντα πίστευα πως η φωνή του και τα τραγούδια του χαρίζονται στον καθένα μας ξεχωριστά κι εμείς απλώς οφείλουμε να αντιστοιχίσουμε τη ζωή μας με τους στίχους του. Για τον ίδιο λόγο, δεν επέτρεψα ποτέ σε άνδρα να μου αφιερώσει τον Αύγουστο. Δεν ήθελα να το συνδέσω με πρόσωπα. Θύμωνα όταν κάποιος το επιχειρούσε. Στο μυαλό μου ήταν ό,τι πιο εγωιστικό μπορούσε να κάνει. Να θες να εγκλωβίσεις κάτι τόσο όμορφο, να το οικειοποιηθείς, να αφήσεις το αποτύπωμά σου χωρίς να έχεις το δικαίωμα.
Με τον ίδιο τρόπο, θυμώνω και τώρα. Ξέρω ότι με τον θάνατο του Νίκου Παπάζογλου, ένα γαϊτανάκι από ατάλαντες μοιρολογίστρες θα μας ταλαιπωρήσει για καιρό. Οι σταθμοί θα αναστενάξουν το Κανείς εδώ δεν τραγουδά, τον Υδροχόο, τον Αύγουστο. Κάποια κυριακάτικη εφημερίδα θα φροντίσει να δώσει σε cd τα best of, στριμώχνοντάς το ανάμεσα στα χιτάκια του Μακαριστού και του Γαϊτάνου ένεκα του Πάσχα. Οι μεσημεριανές εκπομπές θα φτιάξουν ένα νέο Μπεν Χουρ ως αφιέρωμα στην καριέρα του, αποκαλύπτοντας άγνωστες πληροφορίες για τη ζωή του, όπως πχ πώς σιδέρωνε το κόκκινο φουλάρι του. Θα χυθούν αμέτρητα δάκρυα πάνω από λευκές κόλλες που πρέπει να γεμίσουν επειγόντως για να κλείσει η ύλη. Όλα αυτά δεν μας είναι πρωτόγνωρα. Τα ζήσαμε προσφάτως με τον θάνατο του Μανώλη Ρασούλη. Γι’ αυτό λέω, έτσι για αλλαγή, ας κάνουμε κάτι πιο αξιοπρεπές. Ας κρατήσουμε αυτή την φορά την αμηχανία και τη σιωπή να θρηνήσει.

Leave a Reply