Εδώ και πολύ καιρό έχω βάλει μια άτυπη αγγελία στο Τwitter. Ζητείται εθελοντής να έρθει να παλέψει με το τέρας που κρύβεται στη ντουλάπα μου. Δεν είναι αυτό που φαντάζεστε. Δεν ξεμυτίζει μόνο τα βράδια. Δεν απλώνεται στους τοίχους σαν τρομακτική σκιά που σε υποχρεώνει να κουλουριαστείς κάτω από το πάπλωμα. Αντιθέτως. Κάνει την εμφάνισή του σε ανύποπτο χρόνο και προκαλεί ζάλη σε όποιον το αντικρίζει. Πολλές φορές αναγκάζει τα ανυποψίαστα θύματα να σταυροκοπηθούν και να σηκώσουν το έκπληκτο βλέμμα τους προς τον ουρανό. Εγώ έχω πια συνηθίσει την παρουσία του. Για την ακρίβεια, το μεταχειρίζομαι σαν σκύλο. Ανοίγω τα φύλλα της ντουλάπας και κάθομαι με τις ώρες στο κρεβάτι μου οκλαδόν έχοντας καρφωμένη τη ματιά μου πάνω του. Είναι θέμα ελέγχου και κυριαρχίας. Ποιος θα αποστρέψει πρώτος το βλέμμα του. Ανοησίες. Αυτό με αγνοεί πλήρως κι εγώ καταλήγω να φιλοσοφώ για τον χρόνο και την ορθή αξιοποίησή του.
Υπάρχουν μέρες που παριστάνω πως πρόκειται για σύννεφα. Ξαπλώνω ανάσκελα με το κεφάλι μου να κρέμεται από την άκρη του κρεβατιού και ανακαλύπτω περίεργες μορφές. Ζαρωμένα μανίκια που θυμίζουν τα μαλλιά της Μέδουσας. Μια εμπριμέ φούστα που σχηματίζει την ουρά ενός παγονιού. Ναι, το τέρας για το οποίο σας γράφω, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα κουβάρι από πολύχρωμα ρούχα. Σαν πίνακας που συνδυάζει τα χρώματα του Γκογκέν και τη φόρμα του Ματίς. Και ως γνωστόν, είναι ιεροσυλία να παρεμβαίνεις σε ένα έργο τέχνης. Όμως το συγκεκριμένο θέλει επειγόντως συντήρηση. Γι’ αυτό και ο εθελοντής θα πρέπει να είναι φιλότεχνος. Μα πάνω από όλα, εχέμυθος. Βλέπετε, μια γυναίκα μπορεί πιο εύκολα να ανοίξει τα φύλλα της καρδιάς της, παρά αυτά της ντουλάπας της.
Ο λόγος που τόση ώρα παραληρώ ακούει στο όνομα Απόκριες. Ποτέ δεν κατάλαβα πώς μπορεί ο κόσμος να διασκεδάζει παριστάνοντας κάτι που δεν είναι. Ίσως φταίει τότε που ως περήφανη γκαρσόνα στην ταβέρνα του πατέρα κάθε Τσικνοπέμπτη παρατηρούσα τους πελάτες να γλείφουν τη χοληστερίνη από τα δάχτυλά τους. Σαν σκηνή βγαλμένη από βιβλίο του Χάινριχ Μπελ. Κι ύστερα, την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, να εισβάλλουν μασκαράδες στο μαγαζί και να πίνουν αχόρταγα το κρασί που τους κερνούσε ο πατέρας. Να στάζει από το στόμα τους και να κυλάει στον λαιμό τους βρέχοντας τις μπούκλες από τις περούκες. Μου προκαλούσε θλίψη. Το έβρισκα τόσο ψυχαναγκαστικό. Μα τώρα που το σκέφτομαι, έχω τις αμφιβολίες μου. Τι είναι πιο λυπηρό; Ο κόσμος που περιμένει κάποιες μέρες του χρόνου για να ντυθεί κάτι που δεν είναι ή εγώ που καθημερινά περιφέρομαι σαν τον καρνάβαλο; Τελικά το αποφάσισα. Ναι, ξέρω τι είναι πιο λυπηρό.
*Αναδημοσίευση από το Βήμα

Leave a Reply to Σοφία Cancel reply