Είναι Δευτέρα βράδυ και παρακολουθώ Big Brother στην τηλεόραση. Και τους ζηλεύω ρε γαμώτο. Ζηλεύω πολύ. Έτσι μου έρχεται να πεταχτώ μέχρι το σπίτι εκεί, να σκαρφαλώσω τον τοίχο και να πάω να χωθώ σ’ ένα από τα κρεβάτια. Δεν με νοιάζει αν θα είναι κι άλλος μαζί μου. Εγώ θέλω να χωθώ κάτω από το πάπλωμα αφήνοντας μόνο ένα εκατοστό ξεσκέπαστο στο ύψος του κεφαλιού ίσα-ίσα για να αναπνέω.
Μην βιάζεστε να βγάλετε συμπεράσματα. Ο λόγος που τους ζηλεύω δεν έχει να κάνει ούτε με το χρηματικό έπαθλο, ούτε με το βασιλικό αραλίκι που θα ρίχνουν για τους επόμενους μήνες ούτε με τις βρωμιές που θα κάνουν στις τουαλέτες κρυφά από τις κάμερες. Είναι πιο απλός. Ίσως και ηλίθιος.
Βλέπετε, εδώ και κάτι μέρες είμαι κρεβατωμένη και δυστυχώς όχι με τον τρόπο που μου αρέσει. Το κορμί μου καίει. Ιδρώνει. Και πάλι όχι με τον τρόπο που μου αρέσει. Βάζω το μακρόστενο πρόστυχο μαραφέτι στο στόμα και περιμένω να τελειώσει την δουλειά του. Και για άλλη μια φορά όχι, δεν πρόκειται για το γνωστό που μου βγάζει γούστα. Την άρπαξα παίδες και μάλιστα ύπουλα. Ούτε που το κατάλαβα. Είχα το παράθυρο ορθάνοιχτο τέντα στο γραφείο να με χτυπάει στην πλατούλα μου. Κι επειδή, ως γνωστόν, υποσιτίζομαι, δεν θέλει και πολύ ο ανώμαλος οργανισμός μου να αφεθεί στα χάδια του πυρετού.
Την πρώτη μέρα πηγαινοέφερνα το αμαρτωλό μου κουφάρι μεταξύ του καναπέ και του γραφείου με τον υπολογιστή. Την δεύτερη μέρα έπρεπε να επιλέξω πού θα περάσω περισσότερη ώρα μιας και το κορμί μετά βίας στεκόταν όρθιο. Την τρίτη μέρα -φτου και βγαίνω, παρά λίγο να με ρουφήξει ο καναπές από το ατέλειωτο ξάπλωμα.
Εννοείται ότι στη δουλειά δεν πήγα. Αν και το σκέφτηκα, για να τους κολλήσω όλους και να νιώσουν κι αυτοί την ηδονή πώς είναι να κατεβάζεις το ένα αναβράζον ντεπονάκι μετά το άλλο σαν σοδίτσα. Μπεεερπ. Αυτό που δεν εννοείται είναι ότι το αφεντικό είχε την απαίτηση να πάω την επομένη. Ρε τι να του βήχω στο τηλέφωνο, σε σημείο που ένιωσα τα πνευμόνια μου έτοιμα να ξεραστούν απ’ τα ρουθούνια. Τι να του λέω ότι πονάω κι εγώ σαν τον ΓΑΠ, χωρίς να ματώνω βέβαια. Τίποτα αυτός. Σου λέει “Ωραία, κυρία μου αρρώστησες. Εμένα με ρώτησες; Θες να αρρωστήσεις; Κάντο το ΣΚ που θα έχεις και ελεύθερο χρόνο. Αλλά τη Δευτέρα σε θέλω εδώ να δω τη φατσούλα σου να μου χαμογελά και να με βρίζει χαμηλόφωνα”.
Κι έχει δίκιο ο άτιμος. Who are you ρε που θα τολμήσεις να βήξεις χωρίς να πάρεις πρώτα την απαραίτητη άδεια; Εμείς εδώ έχουμε δουλειές. Έχουμε να πάμε σε διαλέξεις. Κάποιος πρέπει να ανοίξει το γραφείο. Ας φρόντιζες να αναρρώσεις νωρίτερα. Όπως δεν μας ρώτησες για να την πατήσεις, έτσι κι εμείς δεν σε ρωτάμε για το αν μπορείς να πεις μια πρόταση χωρίς να φτερνιστείς. Σωστό, δεν μπορώ να πω…
Να λοιπόν, γιατί τους ζηλεύω τους αχαϊρευτους εκεί στο Big Brother. Αν κάποιος αρρώσταινε, όλοι οι υπόλοιποι όχι μόνο δεν θα τον ενοχλούσαν, αλλά θα μαλώνανε για το ποιος θα φτιάξει την κοτόσουπα. Ενώ το αφεντικό μου είναι ικανό να πάρει το φτυάρι να με ξεθάψει σε περίπτωση που τα κακαρώσω και να τα βάλει με τον Θεούλη που δεν με ανασταίνει.

Leave a Reply