Έφυγα για το Παρίσι με την ευχή φίλου να γίνω καλύτερος άνθρωπος. Δεν ξέρω πώς το πετυχαίνεις αυτό. Πιο κουρασμένος άνθρωπος γίνεσαι σίγουρα, αλλά καλύτερος; Είναι κάτι που μπορεί να καταφέρει μια πόλη; Δεν έχω την απάντηση φυσικά. Αν ρωτήσετε όμως κάποιο από τα ερωτευμένα ζευγάρια τουριστών που περιφέρονται, θα σας απαντήσει καταφατικά. Ο έρωτάς τους έγινε καλύτερος -άντεξε μία μέρα ακόμη. Εγώ δεν έχω καμία τέτοια έγνοια. Βρίσκομαι στο Παρίσι μόνη μου και σκέφτομαι να γράψω για την δικτατορία της συντροφικότητας. Για το πώς αυτός ο κόσμος δεν είναι πλασμένος για τους μοναχικούς ανθρώπους. Γρήγορα εγκαταλείπω την ιδέα και στην θέση της έρχεται μια άλλη. Είμαι στη Notre Dame για την κυριακάτικη λειτουργία και φαντάζομαι τον Λικ Μπεσόν εκεί να γυρίζει ξανά το Angel-A με εμένα μες στο λευκό μου παλτό, το εκκλησιαστικό όργανο να παίζει και τους ερασιτέχνες ζωγράφους να σκιτσάρουν τα βιτρώ του ναού στο μπλοκ τους. Όχι θέλω να είμαι ειλικρινής μαζί σας. Ούτε αυτή η ιδέα έζησε για πολύ.
Στο Παρίσι τελικά κατάλαβα τι σημαίνει η κρίση μέσα μας. Κι αυτό το συνειδητοποιείς αν παρατηρήσεις τους στοχασμούς σου. Περπατώ μες στο κρύο, περίπου 2 βαθμοί Κελσίου, και αναρωτιέμαι τι πληρώνουν οι Γάλλοι για θέρμανση. Βλέπω κόσμο να υπομένει την παγωνιά για να καπνίσει έξω από τα μαγαζιά και αναρωτιέμαι αν επιβάλλονται (και πληρώνονται) πρόστιμα για παράβαση του νόμου. Διασχίζω την φωταγωγημένη πόλη και αναρωτιέμαι πόσο κοστίζει το ρεύμα στην μέση Γαλλική οικογένεια. Κάπως έτσι κατέληξα στο συμπέρασμα πως τα ταξίδια έχουν ανταλλακτικό χαρακτήρα. Παίρνεις αναμνηστικά από την χώρα που επισκέπτεσαι και αφήνεις βιώματα από την χώρα που μένεις.
Κανένα από αυτά δεν διαρκούν πολύ στο μυαλό μου. Είμαι στο μουσείο Orsay, μπροστά από πίνακα του Βαν Γκογκ και παριστάνω το άγαλμα. Η γλυπτική συναντά τη ζωγραφική. Με τα μάτια ακολουθώ την φορά των πινελιών του, μία-μία. Δεν ξέρετε πόσο εύκολα μπορεί να περάσει μισή ώρα έτσι. Κι ύστερα μπροστά από πίνακα του Σερά, επαναλαμβάνω το ίδιο με τις κουκίδες, χωρίς όμως να στριμώχνομαι αυτή τη φορά. Κι εκεί διαπιστώνω τι με ενοχλεί στα μουσεία και σκέφτομαι «θα γράψω για αυτό». Για την συμπεριφορά του κοινού. Για το πώς προσπερνά τους όχι και τόσο δημοφιλείς -σε σχέση με άλλους- καλλιτέχνες.
Το ίδιο βλέπω να συμβαίνει και στο μουσείο του Λούβρου. Yπάρχουν πίνακες που κερδίζουν ελάχιστα φωτογραφικά κλικ, κι όμως εγώ εύχομαι να ήμουν τουλάχιστον ένας από αυτούς. Να γίνω μέρος αυτού του μουσείου. Κατά κάποιο τρόπο συνέβη. Έχασα κουμπί του παλτού μου στην αίθουσα με την Μόνα Λίζα. Απολύτως δίκαιο θα μου πείτε. «Τα ταξίδια έχουν ανταλλακτικό χαρακτήρα». Άφησα το κουμπί μου, πήρα το χαμόγελό της. Κάνετε λάθος. Το αναμνηστικό μου από αυτό το ταξίδι το συνάντησα λίγες αίθουσες πριν την Τζοκόντα. Ένα τσούρμο παιδάκια με την δασκάλα τους μαθαίνουν για τον Μποτιτσέλι. Εκείνα ξαπλωμένα στο πάτωμα κοιτούν γέρνοντας το κεφάλι τούς πίνακές του και σημειώνουν στα χαρτιά τους. Εκείνη όρθια τα παρακολουθεί και τα βοηθά. Τους χάρισα την μοναδική φωτογραφία που τράβηξα στο Λούβρο. Αμέσως ξυπνά πάλι η κρίση μέσα μου. Στην Ελλάδα, κάτι τέτοιο θα ξεσήκωνε την ΟΛΜΕ γιατί η δασκάλα εργάζεται Κυριακή. Ή μήπως όχι;
*Αναδημοσίευση από το Βήμα

Leave a Reply