Η σκοτεινή πλευρά της περηφάνειας

Με τον Σταμάτη μεγαλώσαμε μαζί. Για την ακρίβεια, εγώ μεγάλωνα, εκείνος απλώς επιβίωνε. Οι σεξουαλικές του προτιμήσεις ήταν εμφανείς από νωρίς, αλλά ποτέ κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί του. Για το βλαχόνησο, αυτό ήταν πρόοδος, σχεδόν επανάσταση. Ίσως όμως να επρόκειτο και για βασικό αντανακλαστικό μιας μικρής κοινωνίας μπροστά στην αμηχανία της να διαχειριστεί και να αφομοιώσει στην καθημερινότητά της το διαφορετικό. Ο Σταμάτης, μέχρι να ενηλικιωθεί, ζούσε στα μάτια των φίλων του κι αποτυπωνόταν μονάχα ως αριθμός στα μάτια των υπολοίπων. Της οικογένειάς του συμπεριλαμβανομένης. Το πέμπτο παιδί και μοναδικό αγόρι, που πάλευε να τα βγάλει πέρα με τις υστερίες των γυναικών της οικογένειας όταν ο πατέρας έλειπε σε μπάρκο. Πράγμα διόλου εύκολο καθώς μιλάμε για έναν άνθρωπο που, αν μπορούσε, θα ξαναέμπαινε οικειοθελώς στην μήτρα της μητέρας του για να αποφύγει τη σύγκρουση μαζί της.

Στην αρχή δεν καταλάβαινα γιατί προτιμούσε να παριστάνει το μπιμπελό στο σκονισμένο σύνθετο του σπιτιού τους. Μέχρι που πήγα στα πρώτα και τελευταία γενέθλια που επέτρεψε η μητέρα του να καλέσει τους συμμαθητές του για να γιορτάσει τα δέκα του χρόνια. Ήταν ένα ζεστό καλοκαιρινό απογευματάκι. Ένα τσούρμο παιδιά, που έχουν ξεσαλώσει από την υπερβολική κατανάλωση ζάχαρης, ξεσηκώναν την γειτονιά με τις φωνές τους. Η γριά που κρατούσε το κοντινό περίπτερο ενοχλήθηκε από την φασαρία μας κι έτρεξε να κάνει παράπονα. Η μητέρα του Σταμάτη βγήκε έξω σε έξαλλη κατάσταση γιατί “έδωσε ο γιος της αφορμή να τον σχολιάζουν”. Τον κοίταξε μία στα μάτια, μία στο βρεγμένο καβάλο του. Τον βούτηξε από το μπράτσο, τον ξεγύμνωσε εντελώς μπροστά μας και τον κατέβρεξε με το λάστιχο. Έχουν περάσει είκοσι χρόνια από τότε, κι όμως, έχω την αίσθηση πως ακόμη μπορώ να ακούσω το νερό να χτυπάει στο κορμί του δεκάχρονου αγοριού. Το κλάμα του, τα παρακαλετά του και το σκυλί της γειτονιάς να γαβγίζει δεν έχουν χαμηλώσει ούτε κατά ένα ντεσιμπέλ στα αυτιά μου.

Το θέμα ξεχάστηκε εκεί. Όχι γιατί δεν το έφερε η συζήτηση. Η αφορμή άλλωστε όλα αυτά τα χρόνια είχε δοθεί πλειστάκις. Απλώς με το Σταμάτη δεν υπήρχαν ποτέ οι κατάλληλες ερωτήσεις για τις απαντήσεις που σου έδινε σε ανύποπτο χρόνο. Ήταν περισσότερο μια συνθήκη συμμαχίας και κοινού μετώπου εώς ότου λήξει η θητεία μας στο βλαχόνησο, παρά μία συμβατική φιλία όπου το δούναι και λαβείν περιορίζεται στην ανταλλαγή γκομενικών συμβουλών. Στον ίδιο ανύποπτο χρόνο, μου είχε εκμυστηρευτεί κάποια στιγμή πως η πρώτη του σεξουαλική εμπειρία ήταν με παντρεμένο την ίδια χρονιά του “βρώμικου καλοκαιριού των γενεθλίων”. Του είχα θυμώσει τότε. Λάθος φαντάζεστε. Δεν με ένοιαζε που δεν το είχε μοιραστεί μαζί μου νωρίτερα, αλλά εκείνη την περίοδο είχε ενδώσει στο ψευτοσυντηρητισμό του βλαχόνησου, διατηρώντας μια σχέση-βιτρίνα. Τι σημασία είχε να το κάνει αυτό όταν αφενός το μαγαζί είχε ξεμείνει από εμπόρευμα, αφετέρου κανείς δεν πέρναγε από μπροστά του; Δεν έμαθα και δεν μου είπε ποτέ. Κι αυτό το θέμα ξεχάστηκε όμως εκεί.

Ξεχαστήκαμε κι εμείς. Με το που πήραμε το απολυτήριο Λυκείου, φιληθήκαμε σταυρωτά, αγκαλιαστήκαμε χτυπώντας ο ένας την πλάτη του άλλου γεμάτοι ικανοποίηση, σαν τους στρατιώτες που κατάφεραν να φτάσουν ζωντανοί στην πατρίδα, και τράβηξε ο καθένας το δρόμο του. Πού και πού, τα έφερναν έτσι τα δρομολόγια των καραβιών και συναντιόμασταν στο κατάστρωμα. Το πρόσωπό του ήταν γαλήνιο, όπως ακριβώς ευχόμουν όταν ήμασταν μικρά να το δω κάποια μέρα. Έδειχνε ευτυχισμένος καθώς έκλεινε τα μάτια να απολαύσει τον αέρα και με ενημέρωνε για τη νέα του ζωή. Είχε τελειώσει τη σχολή, δούλευε και επιτέλους, μετά από πολλές σχέσεις-παρατράγουδα, είχε βρει την ισορροπία που του έλειπε.

Η τελευταία φορά που είδα τον Σταμάτη ήταν πριν από τρία χρόνια. Πάλι στο κατάστρωμα, μόνο που το πρόσωπό του είχε γυρίσει στα παιδικά μας χρόνια στο βλαχόνησο. Είχε μώλωπες κι εκδορές στα χέρια του κι από τα μάτια του μπορούσες να καταλάβεις ότι η ζυγαριά είχε γείρει και τα βαρίδια τον είχαν καταπλακώσει. “Υπέρμετρη ζήλεια”, μου είχε πει χωρίς να τον ρωτήσω. Τον κοίταξα δειλά και πριν μιλήσω, μου θύμισε αυτό που λέγαμε παλιά: “Η θητεία ποτέ δεν τελειώνει πραγματικά”. Δεν τον ξαναείδα έκτοτε.

Προς τι όλο αυτό το κατεβατό θα μου πείτε. Σίγουρα υπάρχουν κι άλλες παρόμοιες ιστορίες, ίσως και πιο σκοτεινές. Μα εδώ δεν πρόκειται για διαγωνισμό ζωής να δούμε ποιος υπέφερε περισσότερο και ποιος λιγότερο. Ας πούμε ότι δίνεται μια άλλη οπτική σε όσους δυσκολεύονται να αντιληφθούν πως η ευτυχία και το δικαίωμα να ζει ο καθένας αξιοπρεπώς με τις επιλογές του ξεπερνούν τον συμβολισμό μιας παρέλασης. Και για του λόγου το αληθές, πάρτε την προηγούμενη παράγραφο και βάλτε στη θέση του Σταμάτη κάποιον με ετερόφυλες σεξουαλικές προτιμήσεις. Τι θα διαπιστώσετε; Η περηφάνεια έχει και τη σκοτεινή της πλευρά. Κι αυτή δεν κάνει διακρίσεις.

*Aναδημοσίευση από www.protagon.gr

Share on Facebook0Tweet about this on Twitter0Share on Google+0Pin on Pinterest0Email this to someone

1 Comment

  1. the elf at bay

    Πολύ καλό το κείμενο.

    Reply

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *


- 2 = one

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>